- μηλοφορία
- μηλο-φορία, ἡ, das Apfeltragen, das Amt eines μηλοφόρος
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
μηλοφορία — μηλοφορία, ἡ (Α) [μηλοφόρος] το έργο τού μηλοφόρου («τὴν παρά Μήδων γενέσθαι Πέρσαις μηλοφορίαν», Αθήν.) … Dictionary of Greek
μηλοφορίαν — μηλοφορίᾱν , μηλοφορία office of the fem acc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)